Το Μουσείο Ανταλλαγέντων της Τσατάλτζα που άνοιξε με σκοπό να προστατέψει, εκθέσει και μεταφέρει στις επόμενες γενιές τα στοιχεία της πολιτιστικής και παραδοσιακής ζωής για τους ανταλλαγέντες και τους συγγενείς τους των επόμενων γενιών, φέρει την ιδιότητα του πρώτου μουσείου της προσφυγιάς και των ανταλλαγέντων στην Τουρκία. Το Μουσείο έχει ανοίξει στη Τσατάλτζα επειδή είναι η πλησιέστερη περιοχή στη Κωνσταντινούπολη που βίωσε την ανταλλαγή και λειτούργησε με τη συνεργασία του Οργανισμού 2010 Πολιτιστική Πρωτεύουσα Ευρώπης, του Δήμου της Τσατάλτζα και του Ιδρύματος Ανταλλαγέντων Λωζάννης.

Το πρότζεκτ του Μουσείου Ανταλλαγής υπήρχε μέσα στους κύριους στόχους του Ιδρύματος Ανταλλαγέντων Λωζάννης (LMV) από την ίδρυση του. Το LMV αφού σκέφτηκε τη δυνατότητα πραγματοποίησης αυτής της πρωτοβουλίας παράλληλα με τη διαδικασία Κωνσταντινούπολη 2010 Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, κατά την επίσκεψη του στη Τσατάλτζα έκανε έρευνες σχετικά με τη δομή του σημερινού μουσείου και μοιράστηκε αυτές τις έρευνες με τον Οργανισμό Κωνσταντινούπολη 2010 Πολιτιστική Πρωτεύουσα. Όταν λήφθηκε θετική προσέγγιση ως προς την υλοποίηση του, παρουσιάστηκε ένα σχέδιο στον Οργανισμό. Προκειμένου να υλοποιηθεί το προτεινόμενο σχέδιο μας, υποβλήθηκε στον Οργανισμό ένα πρωτόκολλο όπου συμμετείχαν το Ίδρυμα Ανταλλαγέντων Λωζάννης ως κάτοχος και εκτελεστής του σχεδίου και ο Δήμος Τσατάλτζα ως εταίρος του έργου και του ιδιοκτήτη του ακινήτου ως υποστηρικτής του έργου. Αφού εγκρίθηκε το σχέδιο, το Μουσείο άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό στις 20 Δεκεμβρίου 2010.

1

Το πρώτο μουσείο στην Τουρκία που έχει ως θέμα την ανταλλαγή

Η Διευθύντρια του Μουσείου Μουγκέ Ουρπέκ Τόκερ εξηγεί ως εξής τον λόγο που το μουσείο άνοιξε στη Τσατάλτζα: “Η Κωνσταντινούπολη στην ανταλλαγή είχε μείνει εκτός πλαισίου, όμως η Τσατάλτζα δεν βρισκόταν εντός των συνόρων της Κωνσταντινούπολης εκείνη την εποχή, είχε γίνει νομός για μικρό διάστημα και συμπεριλήφθηκε στην ανταλλαγή. Δηλαδή η Τσατάλτζα είναι το κοντινότερο μέρος στη Κωνσταντινούπολη που έχει βιώσει την ανταλλαγή και ιδιαίτερα η Συνοικία Καλέϊτσι. Στη Συνοικία Καλέϊτσι υπάρχουν πολλά μνημεία από την εποχή της ανταλλαγής. Ουσιαστικά το έργο του μουσείου είναι η αρχή ή ένα μέρος του έργου όλου του Καλέϊτσι. Για όλους αυτούς τους λόγους ανοίξαμε το μουσείο μας στη Τσατάλτζα. Παράλληλα, η Τσατάλτζα έχει μεγάλο πληθυσμό ανταλλαγέντων. Οι άνθρωποι εδώ μιλούν ακόμη ελληνικά μεταξύ τους. Είναι διαφορετικά τα ονόματα των φαγητών εδώ, διαφορετική η μουσική”.

Οι ανταλλαγέντες, βάσει της συνθήκης, άφησαν όλη την περιουσία τους, πλην των κινητών αντικειμένων, πίσω στα εδάφη που εγκατέλειπαν. Πέραν των μικρών αντικειμένων που μπορούσαν να μεταφέρουν, έφεραν μαζί τους μόνο τις μνήμες, τη κουλτούρα, τις παραδόσεις τους. Ένας από τους σκοπούς του πρώτου με θέμα την προσφυγιά Μουσείου στην Τουρκία είναι να μεταφέρουμε αυτή την ανταλλαγή, τις αναμνήσεις, τα έθιμα, τις ιστορίες της ανταλλαγής, τα αντικείμενα των ανταλλαγέντων σε πολλά άτομα και στις νέες γενιές σε ένα πολιτιστικό περιβάλλον, δηλώνει η Τόκερ και συνεχίζει λέγοντας ότι ένας άλλος σκοπός του μουσείου είναι ο εξής: “Σχεδόν κάθε χρόνο έρχεται μεγάλος αριθμός επισκεπτών από την Ελλάδα στην Τουρκία και ιδιαίτερα στη Κωνσταντινούπολη. Σκοπός είναι να φέρουμε αυτούς τους ανθρώπους στη Τσατάλτζα και να μετατρέψουμε το Καλέϊτσι σε ένα πολιτιστικό και ιστορικό κέντρο”.

Η Τσατάλτζα πριν από την ανταλλαγή ήταν ένα από τα μέρη με σημαντικό ελληνικό πληθυσμό. Η αρχαιότερη εγκατάσταση στη Τσατάλτζα βρίσκεται στη Συνοικία Καλέϊτσι. Το κτήριο του Μουσείου κτίστηκε το 1913 ως ταβέρνα και το λειτούργησε ένας Έλληνας ονόματι Γιάννης. Όταν το 1924 έγινε η ανταλλαγή και οι Έλληνες έφυγαν από τη Τσατάλτζα, ανέλαβε το κτήριο ο γιατρός περιτομών Φετχί Ονούκ όμως το εγκατέλειψε διότι απέτυχε να το λειτουργήσει. Μετέπειτα το κτήριο πέρασε στην εντολή των εθνικών ακινήτων και αργότερα διατέθηκε στην Τράπεζα Ziraat Bank. Όταν η τράπεζα μετακόμισε από τη Συνοικία Καλέϊτσι, το κτήριο πωλήθηκε το 1961 στον Φικρέτ Ταταρί. Το 1967 αγοράστηκε από γτον Καμίλ Ολτσέρ και ανήκει ακόμη στην οικογένεια Ολτσέρ.

Το Μουσείο ζωντανεύει τις αναμνήσεις

Όσα μπόρεσαν να μεταφέρουν μαζί τους οι ανταλλαγέντες ήταν γενικά μικρά κινητά αντικείμενα και το σημαντικότερο ήταν οι μνήμες και η κουλτούρα τους. Για αυτό το λόγο το μουσείο δεν εκθέτει μόνο αντικείμενα, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει στους επισκέπτες την ιστορία της ανταλλαγής, τον τρόπο που ήρθαν οι πρόσφυγες, τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν, εν ολίγοις, μεταφέρει στους επισκέπτες αυτά τα συναισθήματα. Στο Μουσείο εκτίθενται τα αναμνηστικά αντικείμενα όσων βίωσαν την ανταλλαγή, τα σεντούκια με τα προικιά των γιαγιάδων, τα νυφικά τους, τα γράμματα τους, οι αναμνήσεις, οι φωτογραφίες, τα έγγραφα της περιόδου, οι γραπτές συμφωνίες, τα έγγραφα του αρχείου που βρίσκεται στο Ίδρυμα Ανταλλαγέντων Λωζάννης.

Ταυτόχρονα, στον εξωτερικό χώρο του Μουσείου υπάρχουν πανό που μιλούν για τη διαδικασία της ανταλλαγής, την κουλτούρα των ανταλλαγέντων και τη Τσατάλτζα. Στον πλαϊνό τοίχο του Μουσείου υπάρχει ένας χάρτης που δείχνει τους δρόμους της μετανάστευσης, ενώ στον πλαϊνό τοίχο του κήπου πίσω από το κτήριο υπάρχουν πανό με τα ονόματα όσων εγκαταστάθηκαν στη Τσατάλτζα στην ανταλλαγή.

2

Το σύμβολο της ανταλλαγής: Γκιουλτζεμάλ

Στο μουσείο εκτίθεται και το σύμβολο της ανταλλαγής, η μακέτα του πλοίου Γκιουντζεμάλ. Το Γκιουλτζεμάλ ταξίδεψε για πρώτη φορά στις 15 Ιουλίου 1874, ενώ το πρώτο του όνομα ήταν Τζερμανίκ και είχε κατασκευαστεί στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας, στο ναυπηγείο Harland and Wolff. Το 1899 το Τζερμανίκ ναυάγησε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης λόγω υπερβολικής χιονόπτωσης και παγετού, αλλά ανελκύθηκε και πλοήγησε ξανά. Το 1902 μετονομάστηκε σε Ottowa. Το 1910 αγοράστηκε στο όνομα της Οθωμανικής Υπηρεσίας Ναυτιλίας. Το 1911 το πλοίο ήρθε στη Κωνσταντινούπολη και πήρε το όνομα Γκιουλτζεμάλ, που ήταν το όνομα της μητέρας του τότε σουλτάνου Μεχμέτ Ρεσάντ του 5ου. Το 1924 βάσει της Συνθήκης Ανταλλαγής που υπεγράφη μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας, μετέφερε από το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης στα λιμάνια Κωνσταντινούπολης και Σμύρνης τους πρόσφυγες που έπρεπε να έρθουν από την Ελλάδα στην Τουρκία. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν αναρίθμητα πλοία με διαφορετικά ονόματα που μετέφεραν τους ανταλλαγέντες από τα εδάφη που γεννήθηκαν στις νέες τους πατρίδες. Όμως για τους περισσότερους ανταλλαγέντες το όνομα αυτών των πλοίων είναι πάντα “Γκιουλτζεμάλ”. Το πλοίο Γκιουλτζεμάλ είναι πολύ σημαντικό για τους ανταλλαγέντες, είναι οι ίδιες οι αναμνήσεις τους. Διότι συμβολίζει τις αναμνήσεις, τις νοσταλγίες, τον ξεριζωμό από τα χώματα τους. Για παράδειγμα, ένα επεισόδιο που συνέβη στο πλοίο Γκιουλτζεμάλ κατά την ανταλλαγή έχει ως εξής: η κυρία Φατμά το εξιστορεί ως εξής: “Πήγαμε με τις άμαξες στη Θεσσαλονίκη. Επιβιβαστήκαμε στο πλοίο. Στο πλοίο μπήκε πολύς κόσμος από πολλά χωριά. Ήταν ένα πλοίο με πολλούς ορόφους, εμείς ήμασταν στον τελευταίο όροφο. Κάποια στιγμή χτύπησαν οι καμπάνες. Υπήρχε νεκρός. Όταν υπήρχε νεκρός, χτυπούσαν οι καμπάνες. Τον είδα κι εγώ τον νεκρό. Τον τύλιξαν σε σεντόνι και τον πέταξαν στη θάλασσα. Είπα στον μπαμπά μου στα ελληνικά: “κρίμα”. Έχει πολλές τέτοιες αναμνήσεις το Γκιουλτζεμάλ. Για αυτό τον λόγο έχει γίνει θέμα πολλών τραγουδιών και ποιημάτων.

Η Τόκερ λέει ότι κάθε κομμάτι του μουσείου είναι από μόνο του εντυπωσιακό και μας μεταφέρει τις εντυπώσεις των επισκεπτών του μουσείου: “Σε κάθε έργο που εκτίθεται εδώ υπάρχει ζωή, νοσταλγία και αναμνήσεις. Οι επισκέπτες μας φεύγουν από το μουσείο με έντονα συναισθήματα. Ζουν έντονα συναισθήματα σαν να έχουν δει κάποιοι τη μητέρα τους, κάποιοι τον πατέρα, τους προγόνους του. Αισθάνονται κυριολεκτικά εκείνες τις στιγμές. Είναι ευτυχία για εμάς να μπορούμε να αναβιώσουμε εκείνες τις στιγμές”.